ΣΥΓΧΡΩΤΙΣΜΟΙ

ΣΥΓΧΡΩΤΙΣΜΟΙ

«Αν δεν είναι κατακλυσμός
από ουράνιες δυνάμεις
τι είναι τότε, λοιπόν,
αυτά τα λουλούδια;»

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
«Ανθισμένο οροπέδιο»

Οι «Συγχρωτισμοί» είναι ένα εικαστικό ραντεβού, όπου η φωτογραφία συναντά την ποίηση και την μικρογλυπτική του κοσμήματος, για να κάνουν μια κατάθεση ψυχής, ύμνο στην μαγεία της Ελληνικής Φύσης.

Φωτογραφίες τραβηγμένες από τον καλλιτέχνη φωτογράφο Γιάννη Παπαματθαίου, που τα ευαίσθητα μάτια της ψυχής του τον οδήγησαν να δει από μια εντελώς ξεχωριστή οπτική γωνία τα αγριολούλουδα της Ελληνικής Γης και να τα φωτογραφίσει έτσι, ώστε αυτά πια από μόνα τους να λένε : «εδώ είμαστε, εμείς τα καθημερινά, μοναδικά αλλά και αιώνια στολίδια της Φύσης!» Είναι αυτά τα αγριολούλουδα που τις πιο πολλές φορές τα προσπερνάμε χωρίς να τα προσέξουμε καν! Εκείνα όμως, ζωντανεμένα από τον μαγικό φακό της ψυχής του φωτογράφου, προκαλούν τον νου της δημιουργού, να ανασκαλέψει την ποίηση αναζητώντας στίχους και στροφές ποιημάτων, που θαρρείς πως γράφτηκαν μόνο γι’ αυτά. Έτσι η φωτογραφία και η ποίηση συγχρωτίστηκαν ερωτικά, αφήνοντας τον παρατηρητή να νοιώσει και να κρίνει το εναγκάλισμά τους.

Ο συγχρωτισμός αυτός αναζήτησε την ολοκλήρωσή του στην μικρογλυπτική των κοσμημάτων και έτσι αυτά τα υπέροχα αγριολούλουδα από στολίδια της Γης έγιναν μικρά γλυπτά κοσμήματα, στολίδια κι αυτά, αλλά του ανθρώπου, ώστε να μας θυμίζουν την αξεπέραστη ομορφιά της Μητέρας Φύσης και να αποτελούν όλα μαζί ένα ταπεινό προσκύνημα στο μεγαλείο της. Γιατί είναι αυτή η Φύση, που κάνει τον νου να ονειρευτεί, την καρδιά να σκιρτήσει, την ψυχή να πλημμυρίσει από την ευλογία του Θεού, και τον άνθρωπο να μετατραπεί σε μικρό δημιουργό.

Η φωτογραφία έδωσε την δυνατότητα να ανακαλύψουμε μέσα στο φαινομενικά ασήμαντο της Φύσης το αισθητικά μαγευτικό, η ποίηση με την γλώσσα των συναισθημάτων βοήθησε να κατανοήσουμε, να νοιώσουμε και να θαυμάσουμε αυτή την ομορφιά και τέλος το κόσμημα έδωσε την δυνατότητα να την αγγίξουμε και κατά κάποιον τρόπο να την ιδιοποιηθούμε.

Ας γίνουν αυτοί οι «Συγχρωτισμοί» το μήνυμα προς όλους εμάς τους ανθρώπους, που θα μας φέρει πιο κοντά στην Φύση και θα μας βοηθήσει να σταματήσουμε την απερίσκεπτη καταστροφή της και να την προστατεύσουμε αγαπώντας την πάλι από την αρχή.

Σοφία Παυλάκου

“Στο χάραμα της μέρας βγήκα και κάθισα σ’ ένα χωράφι κι άρχισα να κουβεντιάζω με την Φύση, ενώ ο Άνθρωπος αναπαυόταν ειρηνικά κάτω από τα σκεπάσματα του ύπνου. Ξάπλωσα πάνω στο πράσινο χορτάρι κι η σκέψη μου στράφηκε σ’ αυτά τα ερωτήματα : «Είναι άραγε η Αλήθεια Ομορφιά; Είναι η Ομορφιά Αλήθεια;»

Και μες από τις σκέψεις μου ταξίδεψα μακριά, πολύ μακριά απ’ τους ανθρώπους, κι η φαντασία μου τράβηξε το πέπλο της ύλης για νάβγει στο φως ο πιο μύχιος εαυτός μου. Τότε απλώθηκε η ψυχή μου και μ’ έφερε κοντύτερα στη Φύση και στα μυστικά της, κι άνοιξαν οι αισθήσεις μου πλατιά για να γευτούν την γλώσσα των θαυμάτων της.”

ΧΑΛΙΛ ΓΚΙΜΠΡΑΝ

«Ένα Δάκρυ κι ένα Χαμόγελο»

ΦΩΤΟ – ΟΝΟΜΑ ΦΥΤΟΥ

ΠΟΙΗΜΑ

ΚΩΔΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ – ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ

PHAGNALON  RURESTRE

Ασπροθύμαρο ή Σαρκόχορτο

Τ’ ἄνθη ποῦ μ’ ἔχεις χαρισμένα
δὲν ἐμαράθηκαν ἀκόμη.
Ἦσαν πιστότερ’ ἀπὸ σένα
Κι’ ἀπὸ τὴν ἄστατή σου γνώμη.

Τἄχω τηρήσει στὴν θωριά τους
μὲ τὰ γλυκὰ φιλήματά μου·

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

” Ποιητική Ανθολογία “

04-001

Χαρισμένα άνθη

PHAGNALON  RURESTRE

Καρφόχορτο

Ω  σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!

Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής

σήκωσε το κεφάλι από τα χέρια τα καμπύλα

το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

 τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη·

κι’ ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς

και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη

από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

“Ερωτικός λόγος”

04-002

Ανατρίχιασμα

BISCUTELLA  DIDYMA

Παραδάκι

Παῖξε ἀργαλιέ μου, βρόντησε, πέτα χρυσὴ σαΐτα,
τρίχτε καημένα χτένια μου, βαστᾶτε τὸν ἠχό μου,
νὰ βγοῦν τὰ ὑφάδια γλήγορα, νὰ ράψω τὰ προικιά μου,
γιατ᾿ ὁ καλός μου βιάζεται, βιάζεται νὰ μὲ πάρει!

Κ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ

” Τραγούδι του αργαλειού “

04-003

Σαΐτα

SCORPIURUS

Σκορπίουρος  ή  Μαριγώχορτο

Στὸ  πιὸ  ζεστὸ  ὄνειρο  θὰ  ζωγραφίσω  μιὰ  γοργόνα,
στὰ  δακτυλίδια  τῶν  κυμάτων  μιὰ  παιδικὴ  ἀγάπη

ΣΠ. ΚΟΚΚΙΝΗΣ
” Ζωγραφιά “

04-005

Δαχτυλίδια κυμάτων

ONORBYCHIS VICIIFOLIA

Ονιβρυχίδα ή Τριβούλι

Ζητῶ  ἄσυλο  στίς  λίμνες  τῶν  ματιῶν  σου

ζητῶ  στέγη  στούς  κάμπους  τῆς  ψυχῆς  σου

μὰ  τὸ  πρόσωπό  σου  ποὺ  μπαίνοντας  μέσα  μου

ἀραιώνει  τὴ  νύχτα  τῆς  ὑπάρξεώς  μου

μόλις  μοῦ  στέλνει  μιὰν  ἀναλαμπὴ

ἀπὸ  τὸ  σπίτι  τῶν  ἀγγέλων …

 

ΝΙΚΗΦ.  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

” Ἡ  ἐπιστολὴ  τοῦ  κύκνου “

04-006

Αναλαμπή αγγέλων

BRYONA CRETICA

Βρυωνιά ή Αγριοκολοκυθιά

Οἱ  μεγάλες  δίνες  φέρνουν  μικρὲς  σπεῖρες

Ποὺ  τρέφονται  ἀπὸ  τῶν  μεγάλων  τὴν  ταχύτητα

Καὶ  οἱ  μικρὲς  δίνες  φέρνουν  μικρότερες  δίνες

Καὶ  ἔτσι  ὡς  τοῦ  ἰξώδους  τὴν  ἰδιότητα.

ΛΙΟΥΙΣ ΡΙΤΣΑΡΝΤΣΟΝ

04-007

Οι μεγάλες δίνες

CISTUS INCANUS

Λαδανιά ή Κουνούκλα

Δύο  ἄνισες  λαμπάδες

ἔφεγγαν  μαζὺ,

κ’  ἐθυμιάζαν  οἱ  παπάδες

μ’  ἀργυρὸ  καζὶ

 

Ἔλεγεν  ἡ  μιὰ  στὴν  ἄλλη

μὲ  καρδιὰ  πικρὴ

« εἶν’  ἡ  λάμψη  μου  μεγάλη,

κ’  ἔχεις  σὺ  μικρὴ »

 

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΒΙΖΥΗΝΟΣ

” Μῦθος  Α “

04-008

Οι λαμπάδες

Τὰ  λεπτότερα  ὑφαντὰ  τοῦ  κόσμου,  κ’  ἐδῶ

καὶ  ἀλλοῦ,  καὶ  παντοῦ,  εἶν’  τὰ  φύλλα

τῶν  λουλουδιῶν.  Καὶ  δὲ  θὰ  μποροῦσε

νὰ  μὴ  σταματήσει  κανεὶς  νὰ  σκεφτεῖ

τὸ  στημόνι,  τὸ  ὑφάδι,  τὸν  κλώστη

προπάντων  αὐτῶν  τῶν  νημάτων,  γιατὶ 

Δὲν  νομίζεις  πὼς  εἶναι  ὑφασμένο  τὸ  φῶς;

 

ΝΙΚΗΦ.  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

” Τὰ  ὑφαντὰ “

04-009

Τα υφαντά

GOMPHOCARPUS

Λουλούδι  τοῦ  περιβολιοῦ  ξεχωρισμένο  ἀπ’  τ’  ἄλλα,

ζήλεια  κρυφὴ  ποὺ  τἄβλεπαν,  χαρὰ  τρελὴ  ποὺ  τὄχε.

Μὰ  κεῖ  ποὺ  τὸ  καμάρωνε  καὶ  τ’ ἀκριβοθωροῦσε,

ἀπάνω  στὴ  δροσοβολιὰ,  στὸ  μοσχοβόλημὰ  του

φύσηξε  λίβας  καψερὸς  κι  ἄνεμος  βασκανιάρης,

ποὺ  τὴ  δροσιὰ  του  ρούφηξε,  τὴ  μυρωδιὰ  του  πῆρε

καὶ  μαραμένο  καὶ  χλωμὸ  τὸ  πλάγιασε  στὸ  χῶμα.

Κλαῖτε  το  ποὺ  μαράθηκε,  κλαῖτε  καὶ  ποὺ  τὸ  κλαίει

 

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ

” Ἐπίγραμμα “

04-010

Φύλλο μαραμένο

VINTEX AGNUS CACTUS

Λυγαριά

Όταν  κόβω ένα άνθος

και το βάζω στο στήθος σου ή

στα μαλλιά σου

 νομίζω

πως στολίζω τον κόσμο

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

«Όταν  κόβω ένα άνθος»

04-012

Ανθός στα μαλλιά σου

CYNOGLOSSUM COLUMNAE

Σκυλόγλωσσα

Πίσω  από  μακρυνές  κορφές  ο  ήλιος  βασιλεύει

και  τ’  ουρανού  τα  σύνορα  χίλιες  βαφές  αλλάζουν,

πράσινες,  κόκκινες,  ξανθές,  ολόχρυσες  γαλάζιες,

κι  ανάμεσά  τους  σκάει  λαμπρός  λαμπρός  ο  Αποσπερίτης.

ΚΩΣΤΑΣ  ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ

” Το  Ηλιοβασίλεμμα “

04-013

Αποσπερίτης

Ο  σάλιαγκάς  μας  αναστενάζει

και  ξεμακραίνει  ζαλισμένος.

Η  αιωνιότητα  τον  γεμίζει

ταραχή. —Αυτό  το  μονοπάτι,

λέει,  δεν  έχει  τελειωμό.

Ίσως  στην  άλλη  άκρη  του

να  φτάνουμε  στ’ αστέρια.

Μα  είμαι  πολύ  αργοκίνητος

για  να  φτάσω  ίσαμ’  εκεί.

Μπα ! Έξω  νου ! Ας  μην  το  συλλογιέμαι !

 

ΦΡΕΔΕΡΙΚΟ  ΓΚΑΡΘΙΑ  ΛΟΡΚΑ

« Τα  συναπαντήματα  παράτολμου  σαλιγκαριού »

04-014

Σάλιαγκας

HIPPOCREPIS COMOSA

Είναι  δρόμοι  που  φέρνουν  σ’  απάτητα  δάση,

σ’  ολοπράσινες  λίμνες,  βουερές  πολιτείες,

είναι  δρόμοι  που  ξέρουν  παλιές  ιστορίες,

που  έχουν  όλοι  ξεχάσει.

 

Είναι  θάλασσες  πώχουν  νησιά  μαγεμένα,

που  δεν  έχουν  γραφτεί  στου  σοφού  το  βιβλίο,

που  δεν  άραξε  ακόμα  ένα  πλοίο 

κι  ούτε  πάτησε  πόδι  κανένα …

 

ΜΗΝΑΣ  ΔΗΜΑΚΗΣ

” Είναι  δρόμοι …”

04-015

Μέανδρος

FUMANA PROCUMBENS

Φουμάνα


μια κατάλευκη νεφέλη
σε ροδόχρωμη κορφή!

Γ. ΒΙΖΥΗΝΟΣ
” Νέα με λευκά μαλλιά ”

04-018

Ροδόχρωμη κορυφή

BISCUTELLA PAEVIGATA

Παραδάκι

Εξύπνησα  και  στ’  όνειρο  πλανιέται  ο  λογισμός  μου

Τον  κόσμον,  κόρη,  θα  δηλοί  το  στολιστό  λειβάδι·

το  θαμποβόλημα  εξηγεί  την  πλάνη  αυτή  του  κόσμου·

κι’  αγνώριστος  που  σ’  έδωκα  εγώ  το  μυρτοκλάδι,

σημαίνει  για  τον  έρωτα  πως  μια  ζωή  δεν  φθάνει·

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ   ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ

” Τ’  όνειρό  μου “

04-019

Παραδάκι

PAPAVER SOMNIFERUM

Παπαρούνα ή Κουτσουνάδα

Τὸ  ἔνα  πὶσω  ἀπὸ  τὸ  ἄλλο  τὰ  χέρια  σου  πέρασαν

μπρὸς  στὸ  παράθυρο,  σὰν  δύο  περιστέρια

ποὺ  γράφοντας  κύκλους  κυνηγιοῦνται  στὸ  φῶς.

Ὑψώθηκαν  ὕστερα,  μπλέξαν  τὰ  δάχτυλα,

μεῖναν  ἀκίνητα,  ὄρθια  στὸ  σύμπαν

σχημάτισαν  μία  πυραμίδα

ἀπ’  ἀχτίνες.

Ἡ  κορφή  της  χανότανε  στὰ  ὕψη,  ἑνῷ ἡ  βάση  της

ἔπιανε  ὅλον  τὸν  κύκλο  τοῦ  ὁρίζοντα.

Γιομίσαν  τὸν  κόσμο.

 

Ν.  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

” Ὁ  οὐρανὸς  καὶ  τὰ  χέρια”

04-021

Πυραμίδα απ’ ακτίνες

APULUM TORDILIUM

Το δύστυχο το δίστιχο πες πούναι δαχτυλίδι
με διπλοδιαμαντόπετρα τη ρίμα για στολίδι

ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ
“Πες”

04-022

Το δίστιχο

PISTACIA TEREBINTHUS

Κοκκορεβιθιά

Κόκκινα  κι’  ὄμορφα

ἔχει  τὰ  χεῖλα,

ὡσὰν  τὰ  φύλλα

τῆς  ροδαριᾶς,

 

ὅταν  χαράζη

καὶ  ἡ  αὐγούλα

λεπτή  βροχοῦλα

στέρνει  δροσιᾶς.

 

Δ.  ΣΟΛΩΜΟΣ

” Ἡ   Ἀγνώριστη “

04-023

Πιπερίτσα

OPHRIS SPECULUM

Όφρις ή Σελεπιά ή Σερνικοβότανο

Ἔλα  νά  γίνουμε  παιδιὰ.  Στὴ  δασωμένη  αὐλὴ  μας

εἶν’  τὸ  χορτάρι  φουντωτὸ  καὶ  κύματα  λουλούδια.

Τὰ  μονοπάτια  οἱ  χαμηλὲς  μολόχες  τὰ  στενέψαν

καὶ  κουτουρὲς  χρυσόμυγες  πετάμενες  σβουρίζουν.

ΠΕΤΡΟΣ   ΒΛΑΣΤΟΣ

” Σὰν  τὰ  παιδιὰ “

04-024

Χρυσόμυγα

OPHRYS TENTHREDINIFERA

Όφρις ή Σελεπιά ή Σερνικοβότανο

Κατεβαίναμε  τάχα,  πάνω  ἀπ’ τὸ  λόφο.

Τ’  ἀμάξι  κυλοῦσε.  Κι’ ἀπάνω  του  οἱ  δυὸ  μας.

Οἱ  τέσσερες  ρόδες  του,  τέσσερα  ὄνειρα,  ἄσπρα,

γαλάζια  καὶ  κόκκινα. 

Κι’  ἐσὺ  στὴν  ἀγκάλη  σου,

κρατοῦσες  μιὰ  δέσμη  οὐρανοῦ, 

πού  μοῦ  σκέπαζε  τὸ  πρόσωπο  πλάϊ  σου.

 

ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

” Τὸ  τελευταῖο  ὄνειρο “

04-025

Ποδηλάτες

OPHIS LUTEA MINOR

Όφρις ή Σελεπιά ή Σερνικοβότανο

Χαμήλωναν  τὰ  μάτια  σου  κι  εἶχες  τὸ  χαμογέλιο

ποὺ  ἀνιστορούσαν  ταπεινὰ  ζωγράφοι  ἀλλοτινοὶ

λησμονημένο  ἀνάγνωσμα  σ’  ἕνα  παλιὸ  εὐαγγέλιο

τὸ  μίλημὰ  σου  ἀνάσαινε  κι’  ἡ  ἀνάλαφρη  φωνὴ

Γ.  ΣΕΦΕΡΗΣ

” Ἐρωτικὸς  λόγος “

04-026

Αλλοτινή κυρία

CORIDALIS SOLIDA

Χιονίστρα

Στ’  ἀντίπερ’  ἀκρογιάλι,

στὰ   κρεμαστὰ  νερὰ

χορεύει  μιὰ  νεράϊδα

μὲ  τὴν  ἀστροφεγγιὰ.

 

ΒΑΣΙΛΗΣ  ΡΩΤΑΣ

” Στ’  ἀντίπερ’  ἀκρογιάλι “

04-027

Νεράιδα

PISUM ELATIUS

Kυκλάμινo

Γαλάζιο αγεράκι
σαλεύει τα χείλη σου
σαν ένα κυκλάμινο

Ν. ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
“Γαλάζιο αεράκι”

04-028

Κυκλάμινο

FERULA CHILIANTHA COMMUNIS

Νάρθηκας

είναι  μπουμπούκι  διπλωμένο

κάθε  καρδιά  γι’  αυτό  πονεί

κι  εγώ …  ν’  ανοίξει  περιμένω.

 

ΙΩΑΝΝΗΣ  ΓΡΥΠΑΡΗΣ

                           “ Τρεις  αδελφές ”

04-029

Μπουμπούκι